Πίσω από τοίχους: πώς οι δομές φιλοξενίας εξαφανίζονται από τη δημοσιότητα

Τοποθετημένες πίσω από πραγματικές και ψηφιακές περιφράξεις που τις απομονώνουν συστηματικά από το δημόσιο πεδίο, οι δομές του ελληνικού συστήματος προσωρινής φιλοξενίας εφαρμόζουν στην πράξη μία πολιτική γκετοποίησης.

1/09/2026 | 8 λεπτά χρόνος ανάγνωσης

Γιώργος Κανδύλης

Ο Γιώργος είναι Διευθυντής Ερευνών στο ΕΚΚΕ. Το κύριο ερευνητικό του αντικείμενο αφορά τη σύνδεση της μετανάστευσης με την κοινωνική γεωγραφία των πόλεων.

Είναι μέλος της επιστημονικής επιτροπής  της Μονάδας Διεπιστημονικής Μελέτης της Μετανάστευσης (Interdisciplinary Migration Research Unit – IMRU) και του Εργαστηρίου Κοινωνικών Μετασχηματισμών του Αστικού Χώρου (LaSTcity).

Από το 2015 και έπειτα η Ελλάδα απέκτησε, με μάλλον πρωτόγνωρη ταχύτητα, μία σύνθετη και διάσπαρτη υποδομή μαζικής διαμονής μεταναστ(ρι)ών. Εκτός από εγκαταστάσεις κοντά στα σύνορα, που θεωρητικά προορίζονται για την αρχική υποδοχή όσων τα διασχίζουν1,  η υποδομή αυτή περιλαμβάνει ένα σύνολο δομών προσωρινής διαμονής στην «ενδοχώρα». Πρόκειται συνήθως για εγκαταστάσεις που τα βασικά τους χαρακτηριστικά, όπως η επανάληψη όμοιων στεγαστικών μονάδων τύπου container, η προσπάθεια ορθοκανονικής διάταξης και η ύπαρξη αδιαπέραστης περίφραξης, παραπέμπουν στο χωρικό συντακτικό του στρατοπέδου προσφύγων2

Από νομικής πλευράς, η αρχή έγινε με τη νομοθεσία της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (Ν. 4375/2016), που προέβλεψε τις λεγόμενες «ανοιχτές Δομές», τις οποίες χαρακτήριζε περαιτέρω ως «προσωρινής υποδοχής» (για αιτούντες άσυλο) ή «προσωρινής φιλοξενίας» (για άτομα που εισέρχονται ή διαμένουν στη χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις). Έδινε έτσι νόμιμη υπόσταση σε μια πραγματικότητα ποικίλων χώρων φιλοξενίας που είχαν ήδη αρχίσει να λειτουργούν με ευθύνη των αρχών3

Η επιλογή των όρων εξέφραζε ήδη μια αμφιθυμία: οι Δομές ήταν μεν «ανοιχτές», αλλά όχι «Ανοιχτές». Αυτή η παράλειψη του κεφαλαίου Α, αν και φαινομενικά επουσιώδης, καθιστούσε τον ανοιχτό χαρακτήρα περισσότερο παράπλευρη ιδιότητα –και όχι συστατικό στοιχείο των Δομών κατά τη θέσπισή τους. Οι δομές απέκτησαν στη συνέχεια Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας, ενάμιση χρόνο μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία (Υπουργική Απόφαση 23/13532 της 30/11/2020)4.  Σε αυτόν όμως, γινόταν αναφορά απλά σε «Δομές», ενώ παραλήφθηκε σιωπηρά ο χαρακτηρισμός «ανοιχτές».  Λίγο αργότερα, οι περιπέτειες της ονομασίας ολοκληρώθηκαν (για την ώρα) με τον ν. 4825/2021, στον οποίο οι Δομές αποκαλούνται πλέον «ελεγχόμενες» (Ελεγχόμενες Δομές Προσωρινής Φιλοξενίας αιτούντων άσυλο). Τι σημαίνουν αυτά στην πράξη;

Στο επίπεδο της καθημερινότητας των χώρων, για ένα πρώτο διάστημα, κι ενώ οι Δομές εξαπλώνονταν σε πολλές περιοχές της επικράτειας, η είσοδος και η έξοδος των διαμενόντων ήταν σε γενικές γραμμές ανεμπόδιστη. Ήδη από το 2016, η φύλαξη είχε ανατεθεί σε κλιμάκια της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ προβλεπόταν και  η δυνατότητα ανάθεσης της αρμοδιότητας αυτής σε ιδιωτικές εταιρείες security. Ωστόσο, ο βασικός μηχανισμός απομόνωσης δεν ήταν παρά η ίδια η (κατά κανόνα μεγάλη) απόσταση κάθε Δομής από την πλησιέστερη πόλη. Επίσης, η ευρύτερη πρόσβαση άλλων ατόμων παρέμενε κι αυτή δυνατή. Αυτό που ονομάστηκε το «καλοκαίρι της αλληλεγγύης» μπορούσε έτσι να συνεχίζεται λίγο ακόμα στα κατώφλια και τις αλάνες των «καμπς», σε μια διαδικασία συνεχούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε άτυπους φορείς αλληλεγγύης, αυτοοργανωμένες πρωτοβουλίες και πολίτες από τη μια μεριά και τους εντεταλμένους από τις αρχές φορείς διαχείρισης και φύλαξης, από την άλλη5

Σήμερα, αν και όσοι/ες μένουν στις Δομές απολαμβάνουν τυπικά «καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας», το πραγματικό περιεχόμενο της ελευθερίας αυτής υπόκειται σε πλήθος περιορισμών. Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό, η είσοδος και η έξοδος ελέγχονται με τεχνικά μέσα, αλλά και με σωματική έρευνα, και περιορίζονται στις ώρες που προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός. Επιπλέον, για την «εύρυθμη λειτουργία» της Δομής, η κυκλοφορία περιορίζεται σε προκαθορισμένους χώρους, ενώ στις αρμοδιότητες του προσωπικού ασφαλείας περιλαμβάνεται η εκτέλεση πεζών περιπολιών και η διενέργεια έκτακτων ερευνών σε όλους τους χώρους – χωρίς να εξαιρούνται και οι προσωπικοί χώροι των διαμενόντων. Η επίσκεψη είναι πλέον δυνατή μόνο κατόπιν ειδικής έγγραφης άδειας. Η σταδιακή ασφαλειοποίηση των Δομών, πιο διακριτική αρχικά και πιο θεαματική στη συνέχεια, κατέληξε σε χώρους οι οποίοι συνήθως δημιουργούν την εντύπωση μιας εσκεμμένης και καλά φρουρούμενης απομόνωσης. Ίσως το πλέον ενδεικτικό στοιχείο να είναι οι εξωτερικοί τοίχοι από πλάκες μπετόν με τους οποίους εφοδιάστηκαν περιμετρικά μια σειρά από Δομές από το 2021 (Εικόνα 1).

Εικόνα 1. Τμήμα της περίφραξης της Δομής στα Διαβατά Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Google Maps © 2026.

Στο επίπεδο της πληροφορίας που ανακοινώνεται δημόσια, η όλο και πιο οργανωμένη εμπλοκή του επίσημου ανθρωπιστικού τομέα (πλήθους μη κυβερνητικών οργανώσεων και μεγάλων διεθνών οργανισμών) στη διαχείριση των Δομών, έφερε μία ραγδαία εξάπλωση διαθέσιμων δεδομένων, εκθέσεων, οπτικού υλικού και άλλων επίσημων αναπαραστάσεων. Έτσι, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ δημοσίευε στο UNHCR Operational Data Portal πληροφοριακά δελτία με χάρτες και γραφήματα, από τον Μάρτιο του 2016 έως τον Σεπτέμβριο του 2018. Από τον Ιούλιο του 2019 έως και τον Φεβρουάριο του 2022, ένα παρόμοιο μηνιαίο έγγραφο εκδιδόταν σε μηνιαία βάση από το ελληνικό τμήμα του Διεθνή Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), στο πλαίσιο της εμπλοκής του στην υποστήριξη της διοίκησης (Site Management Support – SMS)6. Εκεί μπορούσε κανείς να δει σειρά στοιχείων για τον φορέα διαχείρισης κάθε Δομής, την εθνοτική και ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, τις παρεχόμενες υπηρεσίες, το είδος της στέγασης και λεπτομέρειες για την κατάσταση των υποδομών, όπως π.χ. σχετικά με τις εγκαταστάσεις υγιεινής, την ύπαρξη ή μη δημόσιας συγκοινωνίας, την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, την παροχή γευμάτων και τη σύνδεση στο διαδίκτυο.

Αν και η μεθοδολογία συλλογής και ανάλυσης των δεδομένων δεν ήταν γνωστή, η ύπαρξη αυτών των εγγράφων, φαίνεται ότι ικανοποιούσε δύο ανάγκες: αφενός την επικοινωνία και τον συντονισμό μεταξύ των φορέων του ανθρωπιστικού συστήματος και αφετέρου την πιστοποίηση ότι ένα στιβαρό σύστημα παρακολούθησης με συγκεκριμένα κριτήρια βρίσκεται σε εφαρμογή, υπό την καθοδήγηση μεγάλων διεθνών οργανισμών. Η επιλογή άλλωστε των κριτηρίων είναι ενδεικτική ως προς το τι θεωρείται σημαντικό να γνωρίζουμε γύρω από την υποδομή διαμονής και τι όχι. Για παράδειγμα, στα σχετικά έγγραφα συναντούμε αναφορά στην ύπαρξη ή μη κάποιου «μηχανισμού ανατροφοδότησης» από τη μεριά των κοινοτήτων (community feedback mechanisms), έστω και αν δεν διευκρινίζεται ο τρόπος λειτουργίας του. Από την άλλη μεριά, απουσίαζαν στοιχεία για τη διάρκεια της διαμονής, γεγονός παράδοξο για κάτι που έχει εξ αρχής οριστεί ως προσωρινό.

Σήμερα, όσα γίνονται επισήμως γνωστά για τις Δομές έχουν περιοριστεί δραστικά. Οι τακτικές δημοσιεύσεις της Ύπατης Αρμοστείας και του ΔΟΜ έχουν πάψει και τίποτα δεν τις υποκατέστησε. Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου μετρά στην ιστοσελίδα του είκοσι έξι «Ελεγχόμενες Δομές Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο»7,  για τις οποίες δεν γνωστοποιεί παρά την τοποθεσία και ορισμένες φωτογραφίες. Το μόνο στοιχείο που κοινοποιείται αφορά τον συνολικό αριθμό διαμενόντων –και  αυτό πάλι μόνο μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου (βλ. RSA 2024 & 2025). Την πληθώρα των δημοσιευμένων δεδομένων διαδέχθηκε έτσι η αποσιώπηση.

Εάν η πρώτη περίοδος «μιλάει» για όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για τη λειτουργία ενός μηχανισμού διαχείρισης με τεχνική επάρκεια και διαφάνεια, το μήνυμα της δεύτερης μοιάζει να είναι ότι ο μηχανισμός λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά, ώστε δεν χρειάζεται πια τίποτα περισσότερο απ’ αυτό να γνωρίζει κανείς.

Ο χωρικός αποκλεισμός συμπληρώνεται λοιπόν από τον αποκλεισμό της πληροφορίας. Σε μια περίοδο λιγότερης απομόνωσης, είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη διαμονή στις Δομές αυτές ως μηχανισμό επιμήκυνσης του εκτοπισμού8.  Μπορούμε σήμερα να πούμε ότι, σε απόσταση από περιοχές κατοικίας, πίσω από περιφράξεις που απαγορεύουν οποιαδήποτε οπτική επαφή του εσωτερικού με το εξωτερικό και πίσω από ένα πέπλο δημόσιας αφωνίας, οι Δομές εγκαθιδρύουν, ως επίσημη πολιτική πια, τη γκετοποίηση που τα προηγούμενα χρόνια διάφοροι υποτίθεται ότι διαπίστωναν στο κέντρο και τις γειτονιές της Αθήνας.

Υποσημειώσεις

  1. Αρχικά γνωστές ως ‘hotspots’ και έπειτα ως Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ), οι δομές που λειτουργούν στα νησιά του Αιγαίου αποκαλούνται σήμερα Κέντρα Ελεγχόμενης Διαμονής (ΚΕΔ). Ο όρος ΚΥΤ εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τη δομή στο Φυλάκιο του Έβρου, ενώ ως ΚΥΤ λειτουργούν και οι δομές της Μαλακάσας στην Αττική και των Διαβατών στη Θεσσαλονίκη, που όμως συγκαταλέγονται ταυτόχρονα στις δομές διαμονής της ενδοχώρας. ↩︎
  2. Όπως περιγράφεται παρακάτω, η επίσημη γλώσσα των ελληνικών αρχών προτιμά τον όρο «δομές». Ωστόσο, στην καθημερινότητα του ανθρωπιστικού συστήματος χρησιμοποιείται πολύ συχνά ο όρος camps αμετάφραστος, χωρίς να γίνεται απόπειρα απόδοσης στα ελληνικά. Τον ίδιο όρο χρησιμοποιούν κατά κανόνα και οι διαμένοντες/ουσες. Στον επιστημονικό λόγο έχει χρησιμοποιηθεί και ο όρος καταυλισμός (Κουραχάνης 2023). ↩︎
  3. Πρώτο χρονικά ήταν το κέντρο φιλοξενίας στον Ελαιώνα που λειτούργησε σε έκταση που παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων. από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Δεκέμβριο του 2022, όταν και εκκενώθηκε με αστυνονιμικές επιχειρήσεις. Βλ. και Sossich 2025. ↩︎
  4. Τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, το θεσμικό πλαίσιο αναθεωρήθηκε (ν. 4636/2019) για να προστεθούν οι «κλειστές Δομές Προσωρινής Υποδοχής», για άτομα που έχουν αιτηθεί διεθνή προστασία και σε βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση κράτησης. Ωστόσο, η αναθεώρηση αυτή δεν άλλαζε ακόμα τα ισχύοντα για τις ανοιχτές Δομές. ↩︎
  5. Για τη σύγκρουση και τις περιπλοκές των σχέσεων ανάμεσα στις αυτοοργανωμένες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και τους φορείς του οργανωμένου ανθρωπιστικού συστήματος έχει γράψει η Κατερίνα Ροζάκου, π.χ. Rozakou 2017, Ροζάκου 2018. ↩︎
  6. Ενδεικτικά, η καταγραφή του Σεπτεμβρίου 2018 μετρούσε 24 δομές με συνολικό πληθυσμό 16.458, ενώ εκείνη του Φεβρουαρίου 2022 επίσης 24 Δομές, με πληθυσμό 13.470. ↩︎
  7. Περιλαμβάνονται και οι Δομές στη Μαλακάσα και στα Διαβατά οι οποίες λειτουργούν και ως ΚΥΤ της ενδοχώρας, καθώς και η Δομή Αττικού Άλσους, η οποία λειτουργεί ως «Ανοιχτό Κέντρο Φιλοξενίας Αιτούντων Εθελούσιας Επιστροφής». Περιλαμβάνεται επίσης η διαβόητη Δομή της Σιντικής Σερρών, η οποία όμως λειτουργεί κυρίως με ένα ιδιότυπο καθεστώς πλήρους περιορισμού της ελευθερίας. ↩︎
  8. Από τη μεγάλη βιβλιογραφία στην οποία εντάσσεται αυτό το επιχείρημα, σημειώνω εδώ μόνο το άρθρο του René Kreichauf (2018) από την ίδια περίοδο, ο οποίος κάνει λόγο για τη «στρατοπεδοποίηση» (campization) της διαμονής των προσφύγων στην Ευρώπη, που «εδαφικοποιεί τους μετανάστες σε εξωεδαφικές τοποθεσίες» (σελ. 18). ↩︎


Οι απόψεις και θέσεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Μονάδας Διεπιστημονικής Μελέτης της Μετανάστευσης (IMRU) ή του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).