Για να κατανοήσουμε τις στάσεις των Ελλήνων απέναντι στη μετανάστευση, θα πρέπει να στραφούμε στο παρελθόν
Οι στάσεις απέναντι στη μετανάστευση συχνά ερμηνεύονται με βάση τους φόβους του σήμερα. Ωστόσο, νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο μνημονεύονται και ερμηνεύονται τα δεινά του παρελθόντος έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
12/05/2026 | 9 λεπτά χρόνος ανάγνωσης

Δημήτρης Σκλεπάρης
Ο Δημήτρης Σκλεπάρης είναι Senior Lecturer in the Politics of Security στο Πανεπιστήμιο του Newcastle, και μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του IMRU.
Πρόσφατα συνεπιμελήθηκε το συλλογικό τόμο «Across the Aegean: A Century of Forced Migrations Between Greece and Turkey, 1922-2022», ο οποίος εκκινεί από την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, προκειμένου να διερευνήσει τις μείζονες προσφυγικές μετακινήσεις στο Αιγαίο κατά τον τελευταίο αιώνα, καθώς και τις μεταξύ τους διασυνδέσεις.
Η πρόσφατη ανεύρεση των φωτογραφιών από τις ναζιστικές εκτελέσεις της Πρωτομαγιάς του 1944 στην Καισαριανή, οι οποίες ήταν χαμένες για δεκαετίες, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα. Επιπλέον, άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για τη σημασία που έχει η συλλογική μνήμη της ιστορικής θυματοποίησης σήμερα. Η συζήτηση πήρε γρήγορα έντονα πολωτικό χαρακτήρα. Ένα μνημείο στον τόπο των εκτελέσεων υπέστη βανδαλισμό, αναδεικνύοντας τις βαθιές και επίμονες κοινωνικές εντάσεις γύρω από την κληρονομιά της κομμουνιστικής Αντίστασης. Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν. Υπάρχει πάντα ένα ίχνος ανασφάλειας στον τρόπο με τον οποίο μνημονεύουμε το παρελθόν, όπως υπάρχει πάντα ένα ίχνος του παρελθόντος στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για την έννοια της ασφάλειας σήμερα. Η συλλογική μνήμη της ιστορικής θυματοποίησης διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις απειλές, χαράσσουμε διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε «εμάς» και «αυτούς», και αντιδρούμε στους «άλλους» στο παρόν. Και αυτό ισχύει εξίσου όταν πρόκειται για τη μετανάστευση.
Από την τοξική συναισθηματική πόλωση της εσωτερικής πολιτικής σκηνής μέχρι τις τεταμένες σχέσεις με γειτονικά κράτη, την περιφερειακή γεωπολιτική αστάθεια, τη συρρίκνωση του πληθυσμού και τις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές, οι Έλληνες αντιμετωπίζουν σήμερα ένα ευρύ φάσμα προκλήσεων ασφάλειας. Τι όμως διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτές τις προκλήσεις και ανταποκρίνονται σε αυτές; Ερευνώ τη μετανάστευση στην Ελλάδα, στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού εδώ και περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια, και έχοντας παρακολουθήσει από πρώτο χέρι την προσφυγική κρίση του 2015-2016 και τις τοπικές αντιδράσεις σε αυτήν, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι σημερινές ανησυχίες δεν επαρκούν για να ερμηνεύσουν τις στάσεις και τις συμπεριφορές. Η ιδέα ότι οι άνθρωποι υποστηρίζουν αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές απλώς και μόνο επειδή, λόγου χάριν, οι μετανάστες ενδέχεται να αφαιρέσουν θέσεις εργασίας, να επιβαρύνουν σχολεία και νοσοκομεία ή να καταστήσουν τις κοινότητες λιγότερο ασφαλείς, αποτελεί μόνο μέρος της εικόνας. Σε μια χώρα ποτισμένη με ιστορία και αφηγήσεις πένθους, ο τρόπος με τον οποίο μνημονεύονται τα δεινά του παρελθόντος οφείλει επίσης να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των σύγχρονων στάσεων απέναντι στη μετανάστευση.
Τα παραπάνω δεν είναι απλώς διαίσθηση. Ερευνητικά αποτελέσματα δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες θυμούνται τα δεινά του παρελθόντος έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από όσο συνήθως υποθέτουμε. Η συλλογική μνήμη της θυματοποίησης δεν παραμένει απλώς στο παρασκήνιο· συνυφαίνεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ερμηνεύουν τον κόσμο, καθορίζοντας τι θεωρείται απειλή, ποιος θεωρείται υπεύθυνος και ποιες αντιδράσεις φαντάζουν δικαιολογημένες. Όταν τα δεινά του παρελθόντος βρίσκονται στο επίκεντρο της εθνικής ταυτότητας, η μνήμη αυτή μπορεί να καθορίσει τα όρια της πολιτικής κοινότητας και να νομιμοποιήσει έκτακτα μέτρα πολύ καιρό μετά την παρέλευση του αρχικού τραύματος. Από το Ολοκαύτωμα έως την αποικιοκρατία, οι μελέτες δείχνουν με συνέπεια ότι η συλλογική μνήμη λειτουργεί ως ισχυρό πρίσμα κατανόησης του κόσμου. Δίνει νόημα στο παρόν, κάνοντας ορισμένες πολιτικές αξιώσεις να φαίνονται φυσικές, συναισθηματικά ηχηρές και δύσκολα αμφισβητήσιμες.
Για να διερευνήσουμε πώς αυτό εκδηλώνεται στο ελληνικό πλαίσιο, στραφήκαμε σε ένα από τα πιο καθοριστικά επεισόδια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: τη Μικρασιατική Καταστροφή. Για τους Έλληνες, πρόκειται για ένα θεμελιώδες τραύμα. Περισσότερο από ένα εκατομμύριο Ορθόδοξοι Χριστιανοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, και η κατάρρευση της «Μεγάλης Ιδέας», του αλυτρωτικού οράματος του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα για την επέκταση του ελληνικού κράτους ώστε να συμπεριλάβει περιοχές με ιστορική ελληνική παρουσία, ιδίως στη Μικρά Ασία, σήμανε μια βαθιά μεταστροφή στον τρόπο με τον οποίο το έθνος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του και τη θέση του στον κόσμο. Η μνήμη αυτή δεν έχει ξεθωριάσει. Συνεχίζει να αναπαράγεται μέσα από την εκπαίδευση, τις δημόσιες εκδηλώσεις μνήμης και τον καθημερινό λόγο, ενισχύοντας συχνά την αίσθηση ότι η Ελλάδα έχει αδικηθεί επανειλημμένα, έχει εγκαταλειφθεί ή έχει αναγκαστεί να αμυνθεί μόνη ενάντια σε εξωτερικές απειλές. Αυτή η διαρκής αίσθηση θυματοποίησης, η τάση να εκλαμβάνεται το έθνος ως «ανάδελφο», ως διαρκές θύμα των άλλων, με τις παρελθούσες αδικίες και τα παράπονα να διαιωνίζονται, γίνεται το πρίσμα μέσα από το οποίο ερμηνεύεται το παρόν.
Στις αρχές του 2024, λίγους μόλις μήνες μετά τη συμπλήρωση εκατό ετών από τη Συνθήκη της Λωζάνης, διεξαγάγαμε έρευνα σε περισσότερους από 1.000 Έλληνες πολίτες, με στόχο να διερευνήσουμε τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις ιστορικές μνήμες και στις σύγχρονες στάσεις απέναντι στη μετανάστευση.
Ένα από τα πιο σαφή ευρήματα είναι το εξής: όσοι αντιλαμβάνονται το έθνος τους ως διαρκές θύμα άλλων τείνουν συστηματικά να υποστηρίζουν περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές, όπως η ενίσχυση των συνόρων, η ανέγερση τειχών και η εντατικοποίηση των περιπολιών. Αυτή η αίσθηση της διαρκούς θυματοποίησης αποδεικνύεται ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας τέτοιων απόψεων, ακόμη και από το πόσο μεγάλη απειλή θεωρούν οι άνθρωποι ότι συνιστά η μετανάστευση σήμερα.
Διαπερνά ηλικιακές ομάδες, οικογενειακά υπόβαθρα και πολιτικές τάσεις, τροφοδοτώντας με αξιοσημείωτη συνέπεια την υποστήριξη περιοριστικών μεταναστευτικών πολιτικών. Με άλλα λόγια, οι στάσεις απέναντι στη μετανάστευση διαμορφώνονται λιγότερο από το πώς αντιλαμβανόμαστε τους σημερινούς μετανάστες και περισσότερο από το πώς μνημονεύονται τα δεινά του παρελθόντος μας.
Η συλλογική μνήμη, ωστόσο, δεν μιλά με μία φωνή. Διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η μετανάστευση, αλλά όχι πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Έρευνες δείχνουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μνήμες του εκτοπισμού, της απώλειας και της επιβίωσης μπορούν να γεννήσουν ενσυναίσθηση. Για παράδειγμα, άτομα των οποίων οι οικογένειες βίωσαν αναγκαστικό εκτοπισμό συχνά διάκεινται θετικότερα προς τους πρόσφυγες, ιδίως όταν τα δεινά αυτά αναγνωρίζονται δημόσια. Οι ίδιες ιστορίες, όμως, μπορούν να επιφέρουν και το αντίθετο αποτέλεσμα. Στο Ισραήλ, τα διδάγματα που αντλούν οι άνθρωποι από το Ολοκαύτωμα, είτε αυτά επικεντρώνονται στην ηθική ευθύνη, είτε στην προστασία του έθνους με κάθε κόστος, συνδέονται στενά με το πώς οι Ισραηλινοί αντιλαμβάνονται τη μετανάστευση. Ακόμη και οι συγκρίσεις ανάμεσα στους σημερινούς πρόσφυγες και στις εθνικές εμπειρίες του παρελθόντος, όπως οι προσφυγικές ροές από την Ουγγαρία μετά το 1956, μπορούν να πυροδοτήσουν είτε αλληλεγγύη είτε αντίσταση. Αυτό που έχει σημασία, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι θυμόμαστε, αλλά ποια διδάγματα αντλούμε από αυτό.
Τα ευρήματά μας αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή τη διάκριση. Οι άνθρωποι ενδέχεται να μνημονεύουν το παρελθόν με τον ίδιο τρόπο, ωστόσο, να αντλούν διαφορετικά διδάγματα από αυτό. Κάποιοι αντιλαμβάνονται τα δεινά του παρελθόντος ως πηγή ηθικής αξίωσης: ως νομιμοποίηση για να πράξουν ό,τι κρίνουν απαραίτητο προκειμένου να προστατεύσουν το έθνος στο παρόν. Αναμενόμενα, τα άτομα αυτά τείνουν να υποστηρίζουν περιοριστικά και έκτακτα μέτρα στη μεταναστευτική πολιτική. Άλλοι, ωστόσο, αντλούν ένα πολύ διαφορετικό δίδαγμα. Για αυτούς, τα ιστορικά δεινά γεννούν αίσθημα ηθικής υποχρέωσης: την πεποίθηση ότι, έχοντας οι ίδιοι βιώσει εκτοπισμό και απώλεια, οφείλουν να είναι περισσότερο προσεκτικοί στο να μην προκαλούν βλάβη σε άλλους. Τα άτομα αυτά τείνουν να υποστηρίζουν λιγότερο τις περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές. Υπό αυτή την έννοια, ακόμη και ο ίδιος τρόπος μνήμης του παρελθόντος μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικές στάσεις απέναντι στη μετανάστευση, ανάλογα με την ερμηνεία του.
Οι αντιδράσεις στις φωτογραφίες της Καισαριανής μας υπενθυμίζουν ότι το παρελθόν δεν μιλά από μόνο του. Ερμηνεύεται, και οι ερμηνείες αυτές είναι συχνά βαθιά αμφιλεγόμενες. Όπως επιχείρησα να δείξω, η συλλογική μνήμη ιστορικής θυματοποίησης μπορεί να εδραιώσει ισχυρές και διαρκείς στάσεις απέναντι στη μετανάστευση. Μπορεί, όμως, και να ωθήσει προς πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις, ανάλογα με τα διδάγματα που αντλούνται από αυτή. Η κατανόηση αυτής της διαδικασίας δεν συνεπάγεται την υπόδειξη στις κοινωνίες του τι ή πώς να θυμούνται, αλλά την αναγνώριση του τρόπου με τον οποίο οι διεργασίες αυτές διαμορφώνουν την εξέλιξη της σύγκρουσης και της ανασφάλειας. Εν τέλει, ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες αντλούν από τις κοινές μνήμες πένθους (και δόξας) βοηθά να ερμηνευτεί όχι μόνο γιατί βαθαίνει η πόλωση, αλλά και πώς μπορεί να γίνει δυνατή η εύρεση ενός κοινού ηθικού τόπου.
Οι απόψεις και θέσεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Μονάδας Διεπιστημονικής Μελέτης της Μετανάστευσης (IMRU) ή του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:
