PISA 2025: Όταν η μεταναστευτική προέλευση συναντά την εκπαιδευτική ανισότητα
Σύμφωνα με τα πρόσφατα αποτελέσματα του PISA 2025, οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης στην Ελλάδα υστερούν σημαντικά έναντι των συνομηλίκων τους και στις τρεις γνωστικές περιοχές: κατανόηση κειμένου, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες. Τα δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν ότι η αιτία δεν βρίσκεται στη μεταναστευτική προέλευση καθαυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο διασταυρώνονται η κοινωνική ανισότητα, η γλώσσα και το εκπαιδευτικό σύστημα.
28/09/2026 | 7 λεπτά χρόνος ανάγνωσης

Ευγενία Αρβανίτη
Η Ευγενία είναι Καθηγήτρια Διαπολιτισμικότητας και Ετερότητας στην Εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο Πατρών και συντονίστρια πρακτικής του ΠΜΣ «Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και Διαμεσολάβηση».
Συντονίζει το Forum Διαπολιτισμικού Διαλόγου, επιμελείται το Diversity Network, είναι υπότροφος Fulbright και ερευνά τη Μάθηση μέσω Σχεδιασμού (Learning by Design) με τη χρήση των πλατφορμών Νέα Μάθηση, CGScholar και CyberScholar.
Τα αποτελέσματα του PISA 2025 επαναφέρουν μια δύσκολη συζήτηση για το ελληνικό σχολείο. Οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές στην Ελλάδα εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στις φυσικές επιστήμες, την κατανόηση κειμένου και τα μαθηματικά. Πίσω όμως από τους εθνικούς μέσους όρους κρύβεται μια ακόμη πιο ανησυχητική πραγματικότητα: δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες πιθανότητες να επιτύχουν στο ελληνικό σχολείο.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν εξετάσουμε τις επιδόσεις των μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης..
Μια μεγάλη εκπαιδευτική απόσταση
Σύμφωνα με τον ορισμό του PISA, ως μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης θεωρούνται εκείνοι των οποίων και οι δύο γονείς έχουν γεννηθεί σε διαφορετική χώρα από εκείνη στην οποία πραγματοποιείται η αξιολόγηση. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τόσο οι μαθητές πρώτης γενιάς, οι οποίοι έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό, όσο και εκείνοι της δεύτερης γενιάς, οι οποίοι έχουν γεννηθεί στη χώρα υποδοχής.
Η διευκρίνιση είναι σημαντική. Όταν μιλάμε για «μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης», δεν μιλάμε απαραίτητα για παιδιά που έφτασαν πρόσφατα στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους υπάρχουν παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, έχουν φοιτήσει αποκλειστικά στο ελληνικό σχολείο και έχουν ουσιαστικά ολόκληρη την εκπαιδευτική τους διαδρομή στην Ελλάδα.
Κι όμως, το χάσμα στις επιδόσεις παραμένει μεγάλο1.
Στις φυσικές επιστήμες, για παράδειγμα, οι μαθητές χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο στην Ελλάδα συγκεντρώνουν κατά μέσο όρο 448 μονάδες, ενώ οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης 387. Πρόκειται για μια διαφορά 61 μονάδων, μεγαλύτερη από τη μέση διαφορά που καταγράφεται στις χώρες του ΟΟΣΑ (Γράφημα 1).
Δεν πρόκειται επομένως για μια μικρή στατιστική απόκλιση. Πρόκειται για ένα ουσιαστικό εκπαιδευτικό χάσμα.
Γράφημα 1: Επιδόσεις μαθητών στην Ελλάδα και στον ΟΟΣΑ, με βάση το μεταναστευτικό υπόβαθρο

Πηγή: Επεξεργασία IMRU με βάση στοιχεία από: OECD (2026), PISA 2025 Results (Volume I): Future-Ready Students, PISA, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/73451bc5-en, Πίνακες I.B1.2d.7–I.B1.2d.12 (https://stat.link/6gtbnx).
Είναι όμως το μεταναστευτικό υπόβαθρο η αιτία;
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Η εύκολη ανάγνωση των αποτελεσμάτων θα ήταν ότι οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης «τα πηγαίνουν χειρότερα». Αυτή όμως είναι μόνο η επιφανειακή ανάγνωση.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι διαφορές στις επιδόσεις σπάνια μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη μεταναστευτική προέλευση. Οι μαθητές αυτοί αντιμετωπίζουν συχνά περισσότερα από ένα εμπόδια ταυτόχρονα: χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, λιγότερους εκπαιδευτικούς πόρους στο σπίτι, γλωσσικές δυσκολίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυσκολότερες συνθήκες σχολικής και κοινωνικής ένταξης (Γράφημα 2).
Γράφημα 2: PISA 2025. Τι κρύβεται πίσω από το εκπαιδευτικό χάσμα;

Πηγή: Επεξεργασία IMRU με βάση στοιχεία από: OECD (2026), PISA 2025 Results (Volume I): Future-Ready Students, PISA, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/73451bc5-en, Πίνακες I.B1.2d.4 και I.B1.2d.6 (https://stat.link/6gtbnx), Διαγράμματα I.2.21 και I.2.22 (https://stat.link/xgs41b).
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο εύρημα για την Ελλάδα.
Η χώρα μας ανήκει στην ομάδα των χωρών του ΟΟΣΑ όπου καταγράφεται μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικοοικονομικές διαφορές μεταξύ μαθητών μεταναστευτικής και μη μεταναστευτικής προέλευσης. Η διαφορά στο ποσοστό των κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούντων μαθητών ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεπερνά τις 40 ποσοστιαίες μονάδες.
Με άλλα λόγια, η μεταναστευτική προέλευση στην Ελλάδα συναντά πολύ συχνότερα την κοινωνική ανισότητα.
Και όταν ένα παιδί καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα οικονομικούς περιορισμούς, μικρότερη πρόσβαση σε εκπαιδευτικούς πόρους και πιθανές γλωσσικές δυσκολίες, η απόσταση από τους συμμαθητές του δεν δημιουργείται μέσα στην αίθουσα της εξέτασης του PISA. Έχει αρχίσει να δημιουργείται πολύ νωρίτερα.
Η γλώσσα έχει σημασία – αλλά δεν εξηγεί τα πάντα
Ένας δεύτερος παράγοντας είναι η γλώσσα.
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, ένα μεγάλο ποσοστό των μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης χρησιμοποιεί στο σπίτι διαφορετική γλώσσα από εκείνη στην οποία εξετάζεται. Το φαινόμενο είναι εντονότερο στους μαθητές πρώτης γενιάς.
Αυτό έχει προφανή σημασία για μια αξιολόγηση όπως το PISA. Για να λύσει ένας μαθητής ένα πρόβλημα φυσικών επιστημών ή μαθηματικών, δεν αρκεί να γνωρίζει έναν τύπο ή μια επιστημονική έννοια. Πρέπει να κατανοήσει το κείμενο, να αξιολογήσει πληροφορίες, να διακρίνει τι ακριβώς ζητείται και να διατυπώσει συλλογισμούς.
Η γλωσσική επάρκεια, επομένως, διαπερνά σχεδόν κάθε μορφή σχολικής μάθησης.
Αλλά ούτε η γλώσσα αρκεί ως εξήγηση. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα του PISA 2025. Όταν ο ΟΟΣΑ συνυπολογίζει το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και τη γλώσσα που μιλιέται στο σπίτι, σε πολλές χώρες η απόσταση μεταξύ μαθητών μεταναστευτικής και μη μεταναστευτικής προέλευσης μειώνεται σημαντικά. Σε ορισμένα εκπαιδευτικά συστήματα μάλιστα οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης έχουν καλύτερες επιδόσεις από τους υπόλοιπους μαθητές όταν συγκρίνονται παιδιά με αντίστοιχα κοινωνικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά.
Αυτό αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζουμε τα αποτελέσματα.
Το χάσμα δεν είναι αναπόφευκτο
Τα στοιχεία του PISA καταρρίπτουν και έναν ακόμη διαδεδομένο ισχυρισμό: ότι όσο περισσότερους μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης έχει ένα εκπαιδευτικό σύστημα τόσο χαμηλότερες θα είναι αναγκαστικά οι συνολικές του επιδόσεις. Τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση.
Χώρες με μεγάλα ποσοστά μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης μπορούν ταυτόχρονα να εμφανίζουν πολύ υψηλές εκπαιδευτικές επιδόσεις. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία μεταναστευτικών πληθυσμών δεν αποτελεί από μόνη της εκπαιδευτικό «πρόβλημα». Καθοριστικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο το εκπαιδευτικό σύστημα υποδέχεται, υποστηρίζει και εντάσσει τα παιδιά.
Για την Ελλάδα, επομένως, το ερώτημα δεν πρέπει να είναι «γιατί τα παιδιά των μεταναστών δεν αποδίδουν όσο τα υπόλοιπα παιδιά;».
Το πιο παραγωγικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι κάνει – ή τι δεν κάνει – το ελληνικό σχολείο ώστε η κοινωνική, γλωσσική και πολιτισμική αφετηρία ενός παιδιού να μην καθορίζει την εκπαιδευτική του πορεία;
Ένα πρόβλημα που δεν εμφανίστηκε το 2025
Η εικόνα αυτή δεν είναι καινούργια.
Έρευνα που είχε εξετάσει τις ελληνικές επιδόσεις στους προηγούμενους κύκλους του PISA είχε ήδη εντοπίσει αρνητική σχέση μεταξύ μεταναστευτικής προέλευσης και σχολικών επιδόσεων. Μάλιστα, οι αρνητικές επιδράσεις εμφανίζονταν γενικά μεγαλύτερες για τους μαθητές πρώτης γενιάς, ενώ το χάσμα για τους μαθητές δεύτερης γενιάς με τους Έλληνες μαθητές είχε παρουσιάσει τάσεις διεύρυνσης.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Εάν ακόμη και παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα εξακολουθούν να εμφανίζουν συστηματικά εκπαιδευτικές ανισότητες, τότε το ζήτημα δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στη δυσκολία της «προσαρμογής» των νεοεισερχόμενων μαθητών.
Αφορά και την ικανότητα του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος να μετατρέπει την παρουσία διαφορετικών γλωσσών, πολιτισμικών εμπειριών και κοινωνικών αφετηριών σε ισότιμες ευκαιρίες μάθησης.
Από τη μέτρηση στην πολιτική
Το PISA δεν μπορεί να μας πει τα πάντα για ένα εκπαιδευτικό σύστημα. Οι επιδόσεις σε ένα διεθνές τεστ δεν αποτυπώνουν ολόκληρη την εμπειρία ενός παιδιού ούτε όλες τις μορφές γνώσης και μάθησης.
Μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως προειδοποίηση.
Και στην περίπτωση της Ελλάδας τα αποτελέσματα από το PISA μας λένε ότι χρειάζεται μεγαλύτερη επένδυση στην έγκαιρη γλωσσική υποστήριξη, στην ενίσχυση των σχολείων με υψηλές συγκεντρώσεις κοινωνικά ευάλωτων μαθητών, στη διαπολιτισμική εκπαίδευση και στην κατάλληλη προετοιμασία των εκπαιδευτικών για πολυγλωσσικές και πολιτισμικά διαφορετικές τάξεις.
Χρειάζεται όμως και κάτι περισσότερο: να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την ένταξη ως μια διαδικασία κατά την οποία το παιδί πρέπει απλώς να «προσαρμοστεί» στο υπάρχον σχολείο.
Ένα συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμόζεται και το ίδιο στις ανάγκες των μαθητών του.
Τα αποτελέσματα του PISA 2025, επομένως, δεν αφορούν μόνο τα παιδιά μεταναστευτικής προέλευσης. Αφορούν το ελληνικό σχολείο συνολικά. Γιατί η πραγματική δοκιμασία ενός εκπαιδευτικού συστήματος δεν είναι μόνο πόσο καλά αποδίδουν οι καλύτεροι μαθητές του, αλλά πόσο αποτελεσματικά μπορεί να εμποδίσει τις κοινωνικές και γλωσσικές ανισότητες να μετατραπούν σε εκπαιδευτικές ανισότητες.
Και από αυτή την άποψη, τα νέα δεδομένα μας λένε ότι στην Ελλάδα έχουμε ακόμη σημαντική απόσταση να διανύσουμε.
- Το πλήρες σύνολο των δεδομένων της PISA 2025 για τους μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο είναι διαθέσιμο στο σύνδεσμο: https://stat.link/6gtbnx ↩︎
Οι απόψεις και θέσεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι της συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Μονάδας Διεπιστημονικής Μελέτης της Μετανάστευσης (IMRU) ή του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).
Share this article:
